καρχηδών

καρχηδών
καρχηδών s. χαλκηδών.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Καρχηδών — fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρχηδόνα — Καρχηδών fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρχηδόνας — Καρχηδών fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρχηδόνι — Καρχηδών fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρχηδόνος — Καρχηδών fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CARCHEDON — I. CARCHEDON Graecis dicitur Carthago, unde Poenulus Plautina Comoedia Carchedonius dicitur. Dionys. v. 195. Τοῖς δ᾿ ἐπὶ Καρχηδὼν πολυήρατος ἀμπέχει ὅρμον, Καρχηδὼν, Λιβύων μὲν, ἀτὰρ πρότερον Φοινίκων, Καρχηδὼν, ἣν μῦθος ὑπαὶ βοῒ μετρηθῆναι. Vide …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Καρχηδόν' — Καρχηδόνα , Καρχηδών fem acc sg Καρχηδόνι , Καρχηδών fem dat sg Καρχηδόνε , Καρχηδών fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξαιρετέος — α, ο (AM ἐξαιρετέος, α, ον) [εξαιρώ] αυτός που πρέπει να εξαιρεθεί νεοελλ. φρ. «(ημέρα) εξαιρετέα» αργία αρχ. φρ. α) «Καρχηδών... ἐξαιρετέα ἐδόκει εἶναι» αποφασίστηκε ότι έπρεπε να εξαφανιστεί, να καταστραφεί η Καρχηδών β) «γυναῑκας ἐξαιρετέον ἄν …   Dictionary of Greek

  • Καρχηδονία — Καρχηδονίᾱ , Καρχηδόνιος fem nom/voc/acc dual Καρχηδονίᾱ , Καρχηδόνιος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Καρχηδονίᾱ , Καρχηδών fem nom/voc/acc dual Καρχηδονίᾱ , Καρχηδών fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρχηδονίας — Καρχηδονίᾱς , Καρχηδόνιος fem acc pl Καρχηδονίᾱς , Καρχηδόνιος fem gen sg (attic doric aeolic) Καρχηδονίᾱς , Καρχηδών fem acc pl Καρχηδονίᾱς , Καρχηδών fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καρχηδονίω — Καρχηδόνιος masc/neut nom/voc/acc dual Καρχηδόνιος masc/neut gen sg (doric aeolic) Καρχηδών masc/neut nom/voc/acc dual Καρχηδών masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”